There are no translations available.
Θεατρικό έργο
Ο έρωτας και ο θάνατος.
Δημήτρης, Βαρβαρήγος
Ó 4239 31-11-2001
Σελίδες computer 65
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο Θεμιστοκλής, ένας πενηντάρης χαρακτηριστικός τύπος του δημοσίου υπαλλήλου, συντηρητικός, συνεσταλμένος, τυπικός, ντροπαλός, άνθρωπος που ποτέ δεν ήπιε, δεν κάπνισε, δεν ξενύχτισε και φυσικά ποτέ δεν είχε τολμήσει να επαναστατήσει στη ζωή του, ειδοποιείται από τη φίλη του πατέρα του, την Άρτεμη μια ξεπεσμένη πόρνη, που συζούσε χρόνια μαζί της, ότι, εκείνος, πέθανε.
Το βράδυ πηγαίνει σπίτι της για να τον ξενυχτήσει. Ο Θεμιστοκλής τρέφει αρνητικά αισθήματα για την Άρτεμη που στάθηκε η αφορμή να παρατήσει ο πατέρας του την οικογένεια του και να ζήσει μαζί της.
Στο σπίτι, ο πεθαμένος βρίσκεται ξαπλωμένος στο κρεβάτι με μία κιλότα της της στο πρόσωπό του αντί για μαντηλάκι. Τον υποδέχεται η τροφαντή Άρτεμη με άλλες τρεις γριές πόρνες. Πίνουν καφέ της παρηγοριάς και κονιάκ για να ζαλίσουν τον πόνο τους. Ο Θεμιστοκλής ζαλίζεται εύκολα καθώς για πρώτη φορά στη ζωή του πίνει, ενώ η Άρτεμη εξιστορεί τη ζωή που έζησε με το συχωρεμένο. Εκείνος, επαναστατεί και τα σπάει, ξεσπάει κάνοντας κριτική στη συμπεριφορά του πατέρα του και βρίζει την Άρτεμη. Κατόπιν μαλακώνει καθώς ακούει μία μία από τις πόρνες την απολογία της ζωή τους και τις πίκρες που τους χάρισε.
Η Άρτεμη όταν βλέπει να φεύγει ο θυμός του και να παραπαίει από τη ζάλη τον χαϊδολογάει, ενώ οι ρεαλιστικές αφηγήσεις της ζωντανεύουν στα μάτια του και βλέπει τον νεκρό πατέρα του να σηκώνεται και να παίζει μαζί της τα ερωτικά παιχνίδια που εξιστορούσε.
Ο Θεμιστοκλής γοητεύεται από το πλούσιο ταμπεραμέντο της Άρτεμης και αφήνεται στις θωπείες της. Πίνουν τρωνε και τραγουδάνε πάνω από τον νεκρό. Ζαλισμένο ξαπλώνουν οι γριές το Θεμιστοκλή στο μοναδικό κρεβάτι πλάι στον νεκρό πατέρα του ενώ αυτός ζει μια ερωτική παραζάλη με την Άρτεμη.
Την άλλη μέρα που επιστρέφουν οι πόρνες από την κηδεία ξυπνάει ο Θεμιστοκλής από το βαρύ ύπνο του κονιάκ αποφασισμένος να τα παρατήσει όλα στη ζωή του και να ζήσει μαζί με την Άρτεμη, όπως και ο πατέρας του.
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Τα πρόσωπα του έργου
ΑΡΤΕΜΗ. Πενηντάρα, χοντρή, ξεπεσμένη πόρνη, μπεκρού και τσαχπίνα. Αρχηγός της παρέας. Κρατάει στα χέρια της μια βεντάλια. Κάνει αέρα στο πρόσωπό της κάθε φορά που νιώθει άβολα.
ΛΟΛΑ. Εξηντάρα, ξερακιανή γαλλίδα, συνέχεια κρεμασμένο ένα τσιγάρο στο στόμα. Ντυμένη παρδαλά και βαμμένη έντονα. Σχεδόν πασαλειμμένη. Επιδεικτική και ψηλομύτα, όλο αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία της ζωής της και πετάει φράσεις στα Γαλλικά ενώ προφέρει τη γαλλική προφορά και στα ελληνικά Αποφεύγει να μιλάει με τις άλλες για το οτιδήποτε. Κρατάει ένα γάτο κι όλο τον χαϊδεύει και του απευθύνει το λόγο, όταν έρχεται σε δύσκολη θέση. Ηλιοβασίλεμα
ΒΙΚΥ. Εξηντάρα κι αυτή κοκέτα κρατάει στα χέρια της μία λίμα για τα νύχια και προσποιείται ότι τα περιποιείται ενώ δεν έχει καθόλου γιατί τα μασάει. Έχει στα μαλλιά της ένα κόκκινο λουλούδι. Πίνει και καπνίζει. Πολυλογού και παραπονιάρα. Λίγο αργόστροφη, ζει στον κόσμο της.
ΝΤΕΖΥ. Πενηνταοκτάρα τσαμπουκαλού, όμορφη. Φοράει μια ρόμπα κι από μέσα ένα μπέμπι ντόλ έξαλλο. Έχει το νου της συνέχεια στον έρωτα και το χρήμα. Πάντα παίρνει προκλητικές στάσεις αφήνοντας να φαίνονται ακάλυπτα μέρη από το σώμα της ενώ κάνει παιχνίδια με τα χείλια και τη γλώσσα της.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. Νεκρός, ντυμένος γκραν, με τσαλακωμένο κοστούμι και γραβάτα. Ύφος ειρωνικό μισό χαμογελαστό. Όποιος καθίσει δίπλα του στο κρεβάτι γέρνει το κεφάλι του και ακουμπάει επάνω του σαν να είναι ζωντανός.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ. Γιος του νεκρού υπαλληλίσκος σαραντάρης, φοβισμένος, ντροπαλός. Μιλάει σιγά κομπιάζοντας. Ντυμένος με γκρι κοστούμι, μαύρη γραβάτα και πένθος στο μανίκι. Χαμογελάει πάντα όταν πρόκειται να ξεπεράσει κάποια δυσκολία.
ΣΚΗΝΙΚΑ
Σκηνικό πρώτο.
Δωμάτιο καναπές τραπέζι πέντε καρέκλες ένα διπλό κρεβάτι μια τηλεόραση ένα κομοδίνο. Φωτογραφίες κιτρινισμένες στον τοίχο και μερικές καρτ ποστάλ με την Ακρόπολη. Μπουκάλια μπύρας και ουίσκι είναι παντού σκορπισμένα καθώς και μερικά εσώρουχα της Άρτεμης τεράστια σε μέγεθος αλλά καλά σε ποιότητα και κρεμασμένα σε ένα σκοινάκι. Το κρεβάτι είναι στρωμένο με εμπριμέ σατέν σεντόνια. Επάνω είναι ξαπλωμένος ένας νεκρός άντρας. Δίπλα του η χοντρή Άρτεμη ντυμένη με νυχτικό γυαλιστερό και αποκαλυπτικό πίνει μπύρα και σχολιάζει αυτά που βλέπει στην τηλεόραση. Δύο γριές πρώην πόρνες, η Λόλα και η Βίκυ, πασαλειμμένες με έντονα κοκκινάδια κάθονται στο τραπέζι πίνοντας κονιάκ και μασουλώντας πασατέμπο. Έξω βρέχει καταρρακτωδώς, η βροχή και τα μπουμπουνητά ακούγονται έντονα.
Σκηνικό δεύτερο.
Σκοτάδι δρόμος βροχή αστραπές βροντές. Ο Θεμιστοκλής ψάχνει να βρει το σπίτι της Άρτεμης για να ξενυχτήσει τον νεκρό πατέρα του. Έχει γίνει μούσκεμα, η ομπρέλα δεν τον βοήθησε. Στο δρόμο ψάχνοντας το σπίτι περιγράφει τη ζωή του πατέρα του. Συναντάει τη Ντέζυ και τον οδηγεί στο σπίτι.
ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
ΑΡΤΕΜΗ. Λύσσαξε απόψε ο σκατόκαιρος.
ΒΙΚΥ Σσσστ! Σκάστε ν’ ακούσουμε. Πάντα στο καλύτερο θυμόσαστε να μιλάτε… Τι είπε, μωρέ, τώρα ο Γιάγκος; {ΜΑΣΑΕΙ ΤΑ ΝΥΧΙΑ ΤΗΣ}
ΑΣΤΡΑΦΤΕΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΜΠΟΥΝΙΖΕΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΟΝ ΝΕΚΡΟ ΠΛΑΙ ΤΗΣ
ΑΡΤΕΜΗ. Για σενα μπερμπάντη μου, κλαιει απόψε ο καιρός.
ΠΙΝΕΙ ΜΙΑ ΓΟΥΛΙΑ ΚΑΙ ΜΟΥΓΚΡΙΖΕΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΜΕΝΗ.
ΛΟΛΑ Όλο μουγμούγα είστε καημένη, Βίκυ, δεν τολμάμε να βγάλουμε τσιμουδιά όταν βλέπετε Φώσκολο… Βαγέθηκα πια…
ΑΡΤΕΜΗ. {ΣΙΓΟΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ}. Κλαινε κι απόψε τα σκαλοπάτια μου
Κλαινε κι απόψε…
ΒΙΚΥ Εμένα, εμένα βαρέθηκες, μωρή Λόλα;
ΛΟΛΑ. Ω! Μοντιέ, κυγία Βίκυ, όλο παγάπονα είσαστε, τι θα κάνω μαζί σας;
ΒΙΚΥ. Να μου αγοράσεις μια καινούρια λίμα.
ΜΠΟΥΜΠΟΥΝΙΖΕΙ
ΑΡΤΕΜΗ. Λύσσαξες, απόψε.
ΒΙΚΥ. {ΨΙΘΥΡΙΖΕΙ ΜΕ ΠΑΡΑΠΟΝΟ}. Άκου με βαρέθηκε;
ΛΟΛΑ. Όχι εσάς, το Φώσκολο.
ΒΙΚΥ. Εγώ λύσσαξα, μωρή Άρτεμη;
ΑΡΤΕΜΗ. Αμάν ρε Βίκυ δεν έχεις το θεό σου… Ο καιρός μωρή, λύσσαξε, αλλά μου φαίνεται πως ζήλεψες και τον σιγοντάρεις κι εσύ.
ΒΙΚΥ. Μπα! κάτι δε πάει καλά απόψε με σας, όλο κόντρα στην κόντρα… Πάτε φιρί, φιρί να με τσαντίσετε πάλι και να…
ΑΡΤΕΜΗ. - ΛΟΛΑ… Και να;
ΒΙΚΥ. {ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ}… Και να χάσω τη συνέχεια.
ΑΡΤΕΜΗ. – ΛΟΛΑ. Α, α, α, α.
ΑΡΤΕΜΗ. Σσστ, επιτέλους, νεκρό έχουμε στο σπίτι. Φαγωθείτε αύριο... Μπα, ανάθεμα σας.
Η ΑΡΤΕΜΗ ΠΙΝΕΙ ΜΠΥΡΑ ΚΙ ΕΥΦΡΑΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΗΣ. ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΕΙ.
ΒΙΚΥ. Μ! Τώρα τον θυμήθηκε πάλι;
Η ΛΟΛΑ ΜΟΝΟΛΟΓΕΙ ΧΑΪΔΕΥΟΝΤΑΣ ΤΟ ΓΑΤΟ ΤΗΣ
ΛΟΛΑ. Τι ξεπεσμός, Αντόλφε μου, τι ξεπεσμός.
ΑΡΤΕΜΗ. Πάτε εσείς, τα παίξατε για τα καλά.
ΒΙΚΥ. {ΜΕ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΗΣΗ}. Μπα, πάει καιρός από την τελευταία.
ΑΡΤΕΜΗ. {ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΑ}. Πάει, βαρέσαμε διάλυση εδώ μέσα…
ΒΙΚΥ. Σσστ. Σωπάστε επιτέλους ν’ ακούσουμε. Ωχ! θα τις φαει στο τέλος τις ψηλές του ο Γιάγκος…
ΣΒΗΝΕΙ ΤΟ ΦΩΣ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΟΙ ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΜΕΝΟΥΝΕ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΤΟΥΣ. Η ΑΡΤΕΜΗ ΠΙΝΕΙ ΜΠΥΡΑ. Η ΛΟΛΑ ΜΑΣΟΥΛΑΕΙ ΠΑΣΑΤΕΜΠΟ. ΑΦΟΣΙΩΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΕΡΓΟ.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
Ο ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ ΚΡΑΤΑΕΙ ΟΜΠΡΕΛΑ. ΚΑΙ ΜΙΛΑΕΙ ΕΝΩ ΠΟΤΕ ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΥΠΟΤΊΘΕΤΑΙ ΝΑ ΑΠΑΓΚΙΑΣΕΙ ΚΑΙ ΠΟΤΕ ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ. {ΣΤΕΚΕΤΑΙ}.
Όταν με ειδοποίησαν ότι ο πατέρας μου πέθανε, μια θλίψη έντονη κι ένα παράπονο με λύγισαν κι έκλαψα. Μετά την αρχική έκπληξη πλακώσανε οι μνήμες. Το πατρικό, ο πατέρας, η μάννα, τα αδέλφια μου, τρία αγόρια και τέσσερα κορίτσια και η ζωή που ζούσαμε. Σχεδόν ξεχασμένες αυτές, οι μνήμες, άρχισαν να ξυπνάνε μία - μία μέσα μου τις τύψεις.
Ξαφνικά ένιωσα ένοχος κι επιχείρησα να δικαιολογήσω την απόμακρη στάση μου απέναντι στα γεγονότα που είχαν μεσολαβήσει. Μα όσο κι αν ήθελα να επιρρίψω επάνω μου κάποιες ευθύνες τόσο έβλεπα όπως τότε και τώρα πως ήμουνα αδύναμος και δεν μπορούσα να κάνω το παραμικρό. Κι όπως δεν το έκανα τελικά ποτέ. Πως μπορείς να οδηγήσεις τη ζωή του άλλου; Ο καθένας μας κάνει τις επιλογές του. Αυτό έκανε κι εκείνος, αυτό έκανα κι εγώ. Τι φταιω λοιπόν;
Σήμερα όλη μέρα στο γραφείο δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Τσαντίστηκα κιόλας όταν άκουσα αυτή την πόρνη να μου μιλάει. {ΤΗΝ ΜΙΜΕΊΤΑΙ}. «Έλα Θεμιστοκλάκη, εσύ; Άκου, ο Απόστολος, ο μπαμπάς σου ντε! τα σκάτωσε». Μου μιλούσε αυτή που ήτανε η αιτία να φύγει ο πατέρας από το σπίτι. Γι αυτό τον μισούσα. Τουλάχιστον έτσι νόμιζα όσο ζούσε, τώρα που πέθανε τον λυπάμαι. Πώς να ξεκόψεις αυτό τον δεσμό με τον πατέρα σου; Δεν είναι και εύκολο πράγμα.
Κωλοβροχή, άργησα βλέπεις σήμερα να φύγω από τη δουλειά, δεν μπορούσα να την κάνω νωρίτερα μια και αύριο ημέρα της κηδείας θα λείψω όλη μέρα. Φοβόμουν και το αφεντικό. Nέος σε αυτή τη δουλειά που να τολμήσω να ζητήσω άδεια.
Πάντως, τι σοβαρότερο πρόβλημα μπορεί να συμβεί σε έναν άνθρωπο από ένα θάνατο και δη του πατέρα του κι εγώ ο δειλός δεν βρήκα το θάρρος να ζητήσω άδεια. Αν ήτανε εκείνος θα τους είχε βρίσει κιόλας αν τύχαινε να του αρνηθούνε και θα έφευγε στη ψύχρα. Εκείνος είχε τσαγανό. Τελικά δεν έβγαλα λέξη, δούλεψα βράζοντας στο ζουμί μου καρτερώντας μέσα στη θλίψη και τις πάμπολλες τύψεις μου να με πνίγουν, να περάσουν οι ώρες μέχρι να σχολάσω.
{ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΛΙΓΟ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΛΙΓΟ ΔΕΞΙΑ ΒΡΕΧΕΙ ΔΥΝΑΤΑ ΔΕΝ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΝΑ ΞΕΚΙΝΉΣΕΙ}
Η συμπεριφορά του άλλαξε οριστικά από την εποχή που άρχισε να μπεκρουλιάζει και γινότανε ζώο όταν επέστρεφε στο σπίτι. Έβριζε και πλάκωνε τη φουκαριάρα τη μάνα στο ξύλο. Από εκείνη την εποχή έπαψε να ενδιαφέρεται για το σπίτι και την οικογένεια του, γι αυτό και κανένας από τους δικούς μου παρά μόνο εγώ θα τον ξενυχτήσω. Θα έρθουν τυπικά αύριο στην εκκλησία μου είπαν όταν τους ανακοίνωσα με τη σειρά μου το γεγονός. Εγώ δεν άντεξα να μην έρθω να τον δω.
Πέρασαν ήδη δεκαέξι χρόνια, που μας είχε παρατήσει και νόμιζα πώς τον είχα ξεχάσει. Νόμιζα. Και λεω νόμιζα, γιατί τελικά, δεν είμαστε ικανοί να ξεκόψουμε από κάποιους δυνατούς δεσμούς με πρόσωπα δικά μας όσο κι αν γεγονότα, πράξεις και εγωισμοί μας κάνουνε να παριστάνουμε τους αδιάφορους.
Η συμπεριφορά του άλλαξε από την εποχή που άρχισε να πίνει. Δηλαδή, ανέκαθεν έπινε, αλλά όχι να φτάνει σε εκείνα τα όρια που ο άνθρωπος γίνεται ζώο. Από τότε, λοιπόν, έπαψε να ενδιαφέρεται γενικώς για όλα και μια ωραία μέρα μας ανακοίνωσε απλά και μεθυσμένα, ότι δεν αντέχει να μείνει άλλο μαζί μας. {ΑΠΛΩΝΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΣΤΗ ΒΡΟΧΗ}.
Δεν έχει σκοπό να κοπάσει η μπόρα… Σπιτώθηκε, ο… όχι η μπόρα, με την Άρτεμη, πορνοφίλη του. Στα νιάτα του ήταν γόης και πρέπει να υπήρξε ή καλός πελάτης ή ζόρικος προστάτης της. Πιθανόν να αγαπιόντουσαν και το λεω έτσι ωμά και ψύχραιμα, γιατί αυτή η πώς να την πω, γνωριμία, σύνδεση ακόμη ίσως και αμοιβαία επίδραση με το συγκεκριμένο περιβάλλον να είχε παίξει καταλυτικό ρόλο στη σχέση τους δεν θα κρατούσε τόσα χρόνια αν δεν υπήρχε τελικά η αγάπη ανάμεσα τους. Επικοινωνούσαν, είχαν το τρόπο τους, τα είχαν βρει.
Πέθανε, μου είπε, από ανακοπή στον ύπνο του. Μέρα μεσημέρι, την ώρα που για εκείνον ήταν μεσάνυχτα.
Βλέπεις οι μέρες του ήταν νύχτες και τα χθες του σήμερα. Εγώ, αυτό που ήξερα καλά για τον πατέρα, ήταν ότι, όπου ξενύχτι, ποτό γλέντι και τέτοιο… ο πατέρας μου ήταν μέσα. Επόμενο, λοιπόν, την άλλη μέρα να κοιμάται και η μάνα να του φωνάζει: «Με τη ζωή που κάνεις θα πεθάνεις καημένε μου».
Εκείνος, θυμάμαι της έλεγε μέσα στη θολούρα του, ότι είναι τυχερός αυτός που πάει την ώρα του γλεντιού ή του οργασμού.
Μπορεί να μην πέθανε όπως έλεγε, την ώρα του γλεντιού ή του οργασμού, μα δεν στάθηκε και τόσο άτυχος αφού το κακό τον βρήκε στον ύπνο. Ακόμη καλύτερα, δεν κατάλαβε τίποτα και τίποτα δεν τον λύπησε γι αυτά που θα άφηνε πίσω του ή γι αυτές τις ανθρώπινες απολαύσεις, που δεν θα ένιωθε πλέον.
ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ ΣΤΙΣ ΜΥΤΕΣ ΑΛΛΑΖΕΙ ΘΕΣΗ
Εγώ με τον πατέρα μου δεν μοιάζαμε σε τίποτα, όπως συμβαίνει συνήθως ανάμεσα σε γιο και πατέρα. Το μόνο και το πιο σημαντικό βεβαίως που θα ήθελα να έχω από εκείνον στην εξωτερική μου εμφάνιση και λυπάμαι που δεν το απέκτησα, είναι το σεξ απήλ του. Αυτή η γοητεία που σκορπούσε όταν χαμογελούσε και η αναίδεια του που δεν τον καθιστούσε αντιπαθή, αλλά τον έκανε ακαταμάχητο, απ’ όσα γνωρίζω, εραστή.
Ωστόσο, ο εσωτερικός μας κόσμος και γενικά οι χαρακτήρες μας ήταν διαφορετικά δομημένοι. Είμαστε εκ διαμέτρου αντίθετοι σε όλα. Η λογική και οι γνώμες μας, ούτε καν από απόσταση, δεν συμβάδιζαν παράλληλα.
Εγώ υπάκουος, εκείνος ανυπάκουος κι αυθόρμητος μέχρι αηδίας. Δεν προσπαθούσε, μα δεν τον ένοιαζε κιόλας να κρατήσει κανένα πρόσχημα, έστω κι από ανάγκη για τον άλλον. Εγώ υπομονετικός και ήσυχος, εκείνος ανυπόμονος κι ανήσυχος. Εγώ σπιτόγατος, οικογενειάρχης και δουλευταράς, εκείνος ξενύχτης, γλεντζές, τεμπέλης και γαμήκουλας. Εγώ ευγενικός και υποχωρητικός, άνθρωπος που έδινα πάντα τόπο στην οργή, εκείνος αναιδής, αυθάδης, απότομος και εγωιστής.
Ότι υπάρχει τέλος πάντων στην ζωή μας, εμείς το είχαμε αντίθετο. Εγώ ΑΕΚ, εκείνος Ολυμπιακός. Γαύρος… {ΠΕΦΤΕΙ ΣΕ ΛΑΚΚΟΥΒΑ}. Κωλοβροχή, χάλια έγινα
ΣΤΕΚΕΤΑΙ ΠΑΛΙ ΣΕ ΑΛΛΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΗΣ ΣΚΗΝΗΣ
Ο πατέρας μου πέθανε με την επαγγελματική ιδιότητα του τεχνίτη κλειδαρά ή μπουκαδόρου ή ποντικού ή χούφτα. Μα προηγούμενα από αυτό και με ποιο επάγγελμα δεν είχε καταπιαστεί. Κατά διαστήματα παρίστανε τον μπογιατζή, τον ηλεκτρολόγο, τον υδραυλικό. Για ένα φεγγάρι είχε δουλέψει και τσαγκάρης, αλλά τα παράτησε γιατί μπέρδευε τα παπούτσια αφού τα έδινε πάντα σε λάθος ιδιοκτήτες.
Υποτίθεται ότι δούλευε, γιατί όλο μουρμούρα ήταν κι έλεγε φωνάζοντας. «Δεν είναι ζωή αυτή και τίποτα δεν αξίζει, αν πρόκειται να την ξοδεύουμε δουλεύοντας».
Κάτω από την επίδραση αυτής της φιλοσοφίας όπως καταλαβαίνεται λοιπόν, σπάνια δούλευε. Όντας κλασικός τεμπέλης, μάλλον αναγκαζόταν να δουλέψει κι αυτό όταν και όσο άντεχε, αφού μια ζωή ήταν υποτονικός από το ξενύχτι, το πιοτό και το πήδημα.
Μόνο όταν είχε προσωπικές ανάγκες που δεν μπορούσε η μαύρη η μάνα μου να του καλύψει, είτε από οικονομική ανέχεια, είτε από γινάτι για να τον παιδέψει που της έβγαζε τη ψυχή ανάποδα, αναγκαζότανε να δουλέψει για μερικές μέρες ώσπου να πάρει στα χέρια του κάποια μεροκάματα.
Για τη μάνα μου αυτή η συμπεριφορά του ήταν η αιτία της γκρίνιας και αντιπάθειας που υπήρχε μεταξύ τους και που χρονολογείται μετά από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κι από το δεύτερο μόλις, χρόνο της παντρειάς τους.
Το μοναδικό πράγμα που θυμάμαι να τον βασάνιζε, ήταν η Άρτεμη. Που τον έχανες που τον έβρισκες, στην Άρτεμη. Μαθαίναμε από καλοθελητές ότι τον είδαν πότε σε κάποια ταβέρνα να την ταίζει, πότε σε κανένα ξενυχτάδικο να τα κάνουνε λίμπα και πότε στο σπίτι της.
Τον φαντάζομαι ξαπλωμένο νωχελικά μέσα στην ανία της ύπαρξής του να κατασκευάζει αμαρτίες με το διεστραμμένο μυαλό του και να τις κάνει πράξη με τη βοήθεια της ακόρεστης σάρκας της Άρτεμης για ηδονές και ερωτικά τερτίπια.
ΜΠΟΥΜΠΟΥΝΙΖΕΙ ΚΟΙΤΑΖΕΙ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΚΑΙ ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ ΓΙΑ ΛΙΓΟ ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΘΕΣΗ ΣΤΗ ΣΚΗΝΗ.
Ο πατέρας, πρέπει να είχε αστείρευτη όρεξη και πάντα πλούσια ηδονική φαντασία. Αλλά το ίδιο καλή αποδέκτης ήταν και η Άρτεμη αφού κατάφερνε πάντα να υλοποιεί αυτές τις σκέψεις.
Μια φορά, τότε στην αρχή ακόμη που την είχε κοπανήσει, η μάνα με είχε στείλει να τον βρω, τότε η Άρτεμη έμενε αλλού, άθελα μου μπαίνοντας τους είδα και τους άκουσα.
«Ξέρεις, φοράδα μου! Θα ήθελα να ήξερα να οδηγώ φορτηγό και να ταξιδεύουμε με ταχύτητα σε μια μεγάλη εθνική οδό, να πίνουμε και να τραγουδάμε, να κολλάς επάνω μου, να με πασπατεύεις με τα χέρια σου και να μου κάνεις κόλπα και τσαλίμια σαν κοριτσόπουλο κι όταν με φτιάχνεις άτιμη να ξαπλώνεις με τις χειλάρες σου να με ρουφάς και εγώ να κορνάρω και να γκαρίζω από ηδονή. Αυτή, αυτή είσαι φοράδα μου, μια ηδονή!» Κι αυτή του απαντούσε. «Δηλαδή χωρίς φορτηγό, Απόστολε, δεν έχει κοκό». Γελούσανε με τη ψυχή τους.
Χοντροί και οι δύο πήζανε οι σάρκινες μάζες τους από το βάρος του όγκου τους. Οι άπληστες ορέξεις της Άρτεμης τον πίεζαν να υλοποιήσει αυτά που εφεύρισκε η φαντασία του. Έπρεπε, όχι μόνο στα λόγια, να παριστάνει τον τέλειο εραστή, αλλά και να αποδεικνύει έμπρακτα, ότι είναι ακαταμάχητος και μοναδικός στο είδος. Και βέβαια αυτός δεν αρνιόταν να κάνει αλήθειες τις φαντασιώσεις του επάνω στο κορμί της αγαπημένης του, που άλλωστε ήταν και η πηγή της δημιουργίας τους, αναρωτιέμαι, ο οργανισμός του ποτέ δεν είχε διαφορετική άποψη; Πάντα τα κατάφερνε ο μπαγάσας; Ποτέ δεν κουραζότανε; πάντα του σηκωνότανε; μα τι λεω, Δε ντρέπομαι;
Του αρκούσε αυτός ο τρόπος ζωής. Δεν είχε πλέον σκοτούρες στο κεφάλι του για να φροντίσει μια ολάκερη οικογένεια.
Ζωή να έχουμε, είμαστε επτά το σύνολο αδέλφια, τρία παιδιά και τέσσερα κορίτσια, όπως έλεγε χαρακτηριστικά ο ίδιος για τα παιδιά του.
Ήταν ξένοιαστος γιατί δεν ήταν υποχρεωμένος να δουλεύει, αν και ποτέ δεν έκανε αυτή την υποχρέωση απέναντι στην οικογένεια του, με τη πρέπουσα αξιοπρέπεια. Έπινε όλη την ημέρα και μετά ανενόχλητος μέσα στη μέθη του φτιαχνότανε από τα αφράτα χείλη της Άρτεμης… Σκατά! Πάει χάθηκα σε αυτό το βρώμικο προάστιο. Λασπώθηκα, χάλια έγινα.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΤΙΝΑΞΕΙ ΤΗ ΒΡΟΧΗ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΝΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΛΑΣΠΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ. ΕΚΕΙΝΗ ΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΠΕΡΝΑΕΙ ΑΠΟ ΔΊΠΛΑ ΤΟΥ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ. ΕΙΝΑΙ Η ΝΤΕΖΥ ΠΟΥ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΗΣ.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ. Συγνώμη, συγνώμη κυρία, μήπως ξέρετε την οδό Πεισιστράτου;
ΝΤΕΖΥ. Τι αριθμό.
ΒΓΑΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΤΣΈΠΗ ΤΟΥ ΕΝΑ ΧΑΡΤΊ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΞΕΧΩΡΙΣΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ. Νομίζω πως γράφει 15…
ΝΤΕΖΥ. Το σπίτι της Άρτεμης ζητάς;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ. {ΓΕΜΑΤΟΣ ΕΚΠΛΗΞΗ} Ναι, ναι την ξέρετε; Επιτέλους, θα βρω το σπίτι. Ξέρετε πάει μια ώρα τώρα που ψάχνω και…
ΝΤΕΖΥ. Είσαι ο Κλάκης;
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ. Παρακαλώ, Θεμιστοκλής, ευχαριστώ. Αλλά που με ξέρετε; Έτσι με φώναζε μόνο ο πατέρας μου.
Η ΝΤΕΖΥ ΜΠΑΙΝΕΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΜΠΡΕΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΙΑΝΕΙ ΑΓΚΑΖΕ.
ΝΤΕΖΥ. Ακολούθα με.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ. Μα τι κάνετε; Που με τραβάτε; Που με πάτε;
ΝΤΕΖΥ. Έλα Θεμιστοκλάκη, κάνε γρήγορα, θα γίνουμε χάλια, δεν είναι μακριά.
ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΟΝΤΑΙ Η ΣΚΗΝΗ ΣΒΗΝΕΙ





















